H θεωρία του αποδιοπομπαίου τράγου

Μια ενδιαφέρουσα μεταφορά της ψυχαναλυτικής θεωρίας που συνιστά μία κατεξοχήν ατομική θεωρία προσωπικότητας - σε συλλογικό επίπεδο, ήτοι στο χώρο της κοινωνικής ψυχολογίας, αποτελεί η θεωρία του αποδιοπομπαίου τράγου ή της κοινωνίας - τιμωρού, που αναπτύχθηκε εμπεριστατωμένα στα μέσα του 20 αιώνα από τους Γερμανούς θεωρητικούς Ρείβαλντ, Μπάουερ, Μέχλερ, Όστερμαγιερ και Έγκελχαρντ.

Οι εν λόγω θεωρητικοί επηρεάστηκαν από την ανάλυση του Φρόιντ πάνω στον εγκληματία που πράττει από ενοχή. Πάντως και οι Αλεξάντερ και Στάουμπ σε παράρτημα του βιβλίου τους, στο οποίο και παρουσίασαν την ψυχαναλυτική θεωρία περί εγκλήματος, έκαναν μία συνοπτική αναφορά στο φαινόμενο της κοινωνίας τιμωρού, όπως και οι σύγχρονοί τους Ρέικ και Βίττελς.

Η θεωρία επεξεργάζεται το ρόλο της κοινωνίας ως ηθικού τιμωρού. Στόχος δε της θεωρίας είναι να παράσχει μία εξήγηση για τη χρήση της βίας σε συλλογικό επίπεδο, είτε υπό τη μορφή της αυτοδικίας, είτε υπό τη μορφή της κρατικής καταστολής. Δεν είναι τυχαίο που αναπτύχθηκε στην προ- και μεταπολεμική Γερμανία από θεωρητικούς των οποίων η παιδική ηλικία προφανώς σημαδεύτηκε από τις συνέπειες του Α’ και Β’ Παγκόσμιου Πολέμου στην καθημερινότητα των Γερμανών και από την προσπάθεια ανοικοδόμησης μίας κατεστραμμένης χώρας.

Η έκφραση αποδιοπομπαίος τράγος προέρχεται από την Παλαιά Διαθήκη και το έθιμο των Ισραηλιτών να τοποθετούν σε βωμό ένα κριάρι, στο οποίο εναπόθεταν όλες τις αμαρτίες και κακοτυχίες τους, και από τις οποίες ούτως συμβολικά απαλλάσσονταν και οι ίδιοι. Η θεωρία αυτή στηρίζεται στην αντίστοιχη θεωρία των ορμών, ενστίκτων και αμυντικών μηχανισμών του Φρόιντ, ιδίως στην προβολή και μετάθεση (projection and displacement).

Τα αντικοινωνικά ένστικτα του ανθρώπου παρόλο που, καθώς αυτός ο τελευταίος αναπτύσσεται και κοινωνικοποιείται, καταπιέζονται μεν, δεν εξαλείφονται δε, αντίθετα παραμένουν σε μία λανθάνουσα κατάσταση στο υποσυνείδητό του και περιμένουν να εκτονωθούν και να απελευθερωθούν.
Μία τέτοια απελευθέρωση προσφέρει και το να εναποθέτει και να προβάλλει κανείς την προσωπική του ασυνείδητη ενοχή για τα αρχέγονα ένστικτά του, πάνω στους απόβλητους της κοινωνίας και τους εγκληματίες.

Όταν ο κοινωνός βλέπει ότι ο παραβάτης του νόμου λαμβάνει την προσήκουσα τιμωρία βρίσκει λόγο να συνεχίσει να καταπιέζει τα επιθετικά του αισθήματα. Διαφορετικά αισθάνεται ένα αίσθημα αδικίας (Ungerechtigkeitsgefühl) που έχει ως αποτέλεσμα να αρχίσουν να αναδύονται αυτές οι αρχέγονες ορμές του.

Ο κοινωνός είτε προβάλλει και αποδίδει τα αντικοινωνικά του αισθήματα πάνω στον εγκληματία και τον αποστρέφεται είτε μέσω ενός έτερου μηχανισμού, αυτού της μετάθεσης, μετατοπίζει και κατευθύνει τις αντικοινωνικές του ροπές πάνω στον εκάστοτε παραβάτη του νόμου, απαιτώντας την παραδειγματική του τιμωρία. Μόνο με αυτό τον τρόπο καθησυχάζει τις δικές του αντικοινωνικές τάσεις. Οι αμυντικοί μηχανισμοί και τα αισθήματα ενοχής και ντροπής διαδραματίζουν λοιπόν ένα πολύ σημαντικό ρόλο.

Η επιβολή της ποινής από μέρους της κοινωνίας δεν αποτελεί τίποτε άλλο, παρά μία συλλογική -συνισταμένη ατομικών εξιλεώσεων- εξιλέωση, μία απελευθέρωση από την ξεχωριστή προσωπική ενοχή του κάθε μέλους της κοινωνίας για τα πρωτόγονα ένστικτα που βιώνει.

Οι κοινωνοί χρειάζονται τους εγκληματίες και τους περιθωριακούς για να αποσυμπιέζονται από την κοινωνική καταπίεση που τους επιβάλλεται, προκειμένου να είναι εφικτή η συμβίωση υπό τη μορφή των κοινωνιών. Ο εγκληματίας αποτελεί εν τέλει «το θύμα» της κοινωνίας, ώστε μέσω «της θυσίας» του να επιτευχθεί μία συμβολική κοινωνική εκτόνωση.

Μέσω του ποινικού δικαίου η κοινωνία εξασκεί ένα περιβεβλημένο με το μανδύα της νομιμότητας επιθετικό και σαδιστικό ρόλο απέναντι σε συγκεκριμένους κοινωνούς που υπό κανονικές συνθήκες δε θα δικαιολογούνταν να επιτελέσει.

Το ρόλο του εξιλαστήριου θύματος και μάλιστα με πολιτική καθοδήγηση έχουν δε ιστορικά διαδραματίσει και ολόκληρες ομάδες πληθυσμού, λόγω της εθνικής, πολιτιστικής, θρησκευτικής τους ιδιαιτερότητας.

Με βάση τη θέση αυτή μπορεί να εξηγηθεί επιπλέον γιατί η πλειοψηφία των κοινωνών αντιδρούν σε σκέψεις και ιδέες επανένταξης των κρατουμένων, αλλά αντιθέτως φαίνεται να προτιμά τον κοινωνικό αποκλεισμό, την αχρήστευση και οριστική απομάκρυνση του διαφορετικού, του περιθωριακού και του εγκληματία ανθρώπου από την κοινωνία. Αυτές τις δραστικές λύσεις απαιτεί το id προκειμένου να μην επαναστατήσει.

πηγή: από την
ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ
ΤΗΣ ΑΡΕΤΗΣ ΚΟΥΚΟΥΤΙΜΠΑ (Α.Μ. 427)
ΑΘΗΝΑ, ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 2005
ΣΥΓΧΡΟΝΕΣ ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΕΣ ΘΕΩΡΙΕΣ
ΤΗΣ ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Η Τραγικότητα της Ελληνικής Οικογένειας

Ο “Μαμάκιας”: Μια δυσλειτουργία του πατρικού ρόλου.

Μια Πόρσε στην Εθνική οδό, ή... Μια οικογενειακή κατασκευή του θανάτου